Η Δημοκρατία της Σρπσκα αποτελεί το ένα από τα δύο μεγάλα κομμάτια της χώρας που αποκαλούμε Βοσνία και Ερζεγοβίνη.
Στην περιοχή αυτή που δεν έχει «κρύψει» τις βλέψεις να γίνει ανεξάρτητο κράτος, βρίσκεται και η γραφική Μπάνια Λούκα, εκεί όπου γεννήθηκε ο «ήρωας» της ιστορίας μας, Νίκολα Ντάκοβιτς.
«Ξεκίνησα να παίζω μπάσκετ στη γενέτειρά μου, την Ιγκοκέα, στα επτά μου χρόνια. Ήταν στα 13 μου, όταν η Μπουντούτσνοστ μου πρότεινε να πάω να μείνω στο Μαυροβούνιο. Ήταν πολύ σκληρό να φύγω μακριά από την οικογένεια και τους φίλους μου, αλλά αποφάσισα να ξεκινήσω τη ζωή μου σε εκείνη την τόσο νέα ηλικία» αρχίζει να μιλά για το βιογραφικό του, ο σέντερ του Δίωνα Κυπαρισσίας που το καλοκαίρι έγραψε ιστορία ως ο πρώτος κοινοτικός στην ιστορία της Γ’ Εθνικής.

Ο ίδιος είχε πάντα το μπάσκετ… στο αίμα του και με αυτό ήθελε να κερδίσει τη ζωή του, παρότι σε τόσο μικρή ηλικία αποτελούσε τον νεότερο παίκτη, ακόμη και για τα τμήματα υποδομής, όπου αγωνιζόταν.
Το κάλεσμα, όμως, θα ερχόταν από τις δύο χώρες, γιατί μπορεί να γεννήθηκε σε βοσνιακό έδαφος, αλλά είναι μέλος σερβικής οικογένειας.
«Ήταν σε μια πολύ νεαρή ηλικία μια από τις πιο δύσκολες επιλογές της ζωής μου. Μπορεί η Σερβία να είναι μια μπασκετική μητρόπολη, αλλά θεωρούσα πολύ καλύτερη την τότε γενιά των Βόσνιων παικτών», μας εξηγεί για την απόφασή του να στηρίξει τελικά τη χώρα, όπου γεννήθηκε, αν και στην πραγματικότητα από τότε που πρωτοάνοιξε τα μάτια του, ήταν μεταξύ δύο χωρών.

Η αλήθεια είναι, ότι η γενιά των Βόσνιων ήταν όντως εξαιρετική, με πρωταγωνιστή τον Ντζανάν Μούσα. Μπορεί ο νυν παίκτης της Ρεάλ να μην τον άφηνε να έχει πολύ χρόνο συμμετοχής, παίζοντας ουσιαστικά στην ίδια θέση, αλλά μαζί κατέκτησαν το Ευρωμπάσκετ U16 στη Λιθουανία.
«Παίζαμε μπροστά σε 10.000 “τρελαμένους” Λιθουανούς, αλλά τους νικήσαμε και στο τέλος μας περίμεναν στην πρωτεύουσα της Βοσνίας, το Σαράγεβο, περίπου 16.000 άτομα για να πανηγυρίσουν μαζί μας την επιτυχία», θυμάται.

Η συνέχεια τον βρήκε σε διάφορα καμπ, από το Jordan Brand Classic με τον Νίκο Ρογκαβόπουλο, μέχρι την Αρμάνι Μιλάνο, ωστόσο το όνομά του ακούστηκε και για τον Ολυμπιακό. «Ήθελαν να με στείλουν μαζί με τον Αλεξέι Ποκουσέφσκι, που πλέον βρίσκεται στο ΝΒΑ, αλλά τελικά αποφάσισα με τον προπονητή μου να πάω σε πιο μικρή ομάδα, για να βρω χρόνο συμμετοχής, με αποτέλεσμα να υπογράψω τελικά συμβόλαιο στην Ντινάμικ της Σερβίας, για να γυρίσω λίγο αργότερα στην Ιγκοκέα».
Το ταξίδι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ήταν ένα από τα όνειρά του, που όμως θα μετατρεπόταν σε εφιάλτη, πηγαίνοντας σε ένα μικρό κολλέγιο της Γιούτα, όπου ξεκίνησε εξαιρετικά, αλλά πρώτα σημείωσε διαδοχικούς τραυματισμούς και ύστερα ήρθε στη ζωή μας ο κορωνοϊός. «Ήταν μια τρελή περίοδος για εμένα, γιατί μετά τους τραυματισμούς δεν μπορούσα να γυρίσω στο σπίτι μου. Όταν πήγα, δε, δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω, καθώς η σεζόν είχε ακυρωθεί λόγω της πανδημίας, με αποτέλεσμα να πάω στην Πλιέβλια του Μαυροβουνίου και ύστερα στην Πάφο για μερικά παιχνίδια».

Και μετά την Κύπρο, προέκυψε η ελληνική προοπτική, την οποία λάτρεψε. «Γνωρίζω πως στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές καλές ομάδες και όχι μόνο στην πρώτη κατηγορία. Ο Δίων μπορεί να βρίσκεται πιο χαμηλά, αλλά νομίζω πως μπορούμε να διεκδικήσουμε την άνοδο.
Είναι τόσο όμορφο, που όχι μόνο όλη η ομάδα, αλλά η πόλη είναι μια ολόκληρη οικογένεια με απλούς ανθρώπους, που με αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή, μαθαίνοντάς με παράλληλα ελληνικά, ακόμη και μερικές… κακές λέξεις (γέλια).
Αναφορικά με εμένα, νιώθω τεράστια τιμή που είμαι ο πρώτος κοινοτικός στην ιστορία της κατηγορίας. Έχω, επίσης, αρκετά να δείξω ακόμη και να γίνω καλύτερος παιχνίδι με το παιχνίδι», μας λέει.

Όσο για το πιο μεγάλο του όνειρο; «Να παίξω σε μια ομάδα σαν την Παρτίζαν. Είμαι, άλλωστε, φαν της ομάδας. Δε σου κρύβω, ότι έχω… ερωτευτεί την χώρα σας, σε βαθμό που θα ήθελα να μείνω για πάντα. Η συνύπαρξή μου με τους ανθρώπους εδώ είναι σαν να έχω γεννηθεί σε αυτό το μέρος. Όλα εδώ είναι… χαλαρά (γέλια) και σίγουρα έχω πολλά κοινά μαζί σας, επομένως ψάχνω ήδη αρκετά μέρη να πάω στην Ελλάδα» μας ολοκληρώνει την εξομολόγησή του.
Ραφαήλ Αλαγάς