Ωραίες εποχές, ρομαντικές. Μπορεί να μην υπήρχαν οι σημερινές ανέσεις και οι υπηρεσίες, που παρέχονται πια στους αθλητές, αλλά είχαν κάτι το διαφορετικό. Τότε επιβραβεύονταν η προσωπικότητα, το ταλέντο, η θέληση, ακόμη και το «τσαγανό» αν θέλετε, μπροστά από οτιδήποτε άλλο. Κι εκείνοι, όμως, δεν έκαναν κανένα παράπονο. Σε ανοικτά ή κλειστά γήπεδα, έσπευδαν να αποδείξουν καθημερινά, ότι αξίζουν την ευκαιρία.

Σε μια τέτοια εποχή μεγάλωσε ο -για αρκετά χρόνια- κορυφαίος σκόρερ του ελληνικού μπάσκετ, Νίκος Χατζής. Ο Μεσσήνιος «θρύλος» ξεκίνησε τα πρώτα του «βήματα» τότε, μετά την επιτυχία του 1987, που ενέπνευσε στη συνέχεια μια ολόκληρη γενιά, από τα ανοικτά του Πάρκου των Σιδηροδρόμων της Καλαμάτας, που ακόμη και σήμερα φιλοξενούν κόσμο σε έναν… άτυπο ανταγωνισμό με τις μπασκέτες κατά μήκος του ποταμού Νέδοντα, για να φτάσει στην απόλυτη καταξίωση.
Ας μας τα πει, όμως, καλύτερα ο ίδιος για το πώς ξεκίνησε αυτό το πάθος για το άθλημα. «Είμαι παιδί της επιτυχίας του 1987. Μέχρι τα 13 μου, άλλωστε, είχα ασχοληθεί με άλλα αθλήματα, όπως το ποδόσφαιρο, η κολύμβηση και το βόλεϊ, αλλά διαπίστωσα στην πορεία πως το μπάσκετ ήταν το άθλημα, που μου ταίριαζε περισσότερο και αντιλαμβανόμουν πιο γρήγορα από τα άλλα.
Οι προπονητές μου θεώρησαν ότι έχω ταλέντο, αλλά στους δύο πρώτους μήνες σταμάτησα και ο τότε προπονητής μου στην Καλαμάτα ’80, ο Νίκος Πεφάνης, ήρθε αυτοπροσώπως στην οικογένειά μου να την πείσει, ότι έπρεπε να συνεχίσω και, κάπως έτσι, επέστρεψα στο γήπεδο.
Κι όταν λέμε γήπεδο, εννοούμε το ανοικτό στο Πάρκο του ΟΣΕ στην Καλαμάτα. Εκεί κάναμε προπονήσεις και χαιρόμασταν το μπάσκετ με τα παιδιά. Λίγο αργότερα, στα 15-16 μου χρόνια, με πήραν στα κλιμάκια των μικρών εθνικών ομάδων και από την Καλαμάτα ’80 πήγα στον Ποσειδώνα, για να αγωνιστώ στη Γ’ Εθνική».

Με αυτό τον τρόπο περιγράφει, λοιπόν, τα πρώτα του «βήματα», τα οποία τον οδήγησαν προς την ΑΕΚ το 1995, σε μια επιλογή της διοίκησης Φιλίππου, τότε, να εμπιστευτεί ένα σωρό νέους Έλληνες παίκτες και να τους δώσει ρόλο πρωταγωνιστή. Ο Νίκος Χατζής μπαίνει στο ρόλο του αφηγητή της ιστορίας εκείνης και μας εξιστορεί: «Ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη, όσα συνέβησαν. Έβλεπα, απλά, τι έπρεπε να κάνω σε καθημερινή βάση για να πετύχει. Διαπίστωσα, ότι μπορούσα να παίξω στην πολύ ανταγωνιστική τότε Γ’ Εθνική και στο επίπεδο των Ανδρών εξελίχθηκα, έγινα ένας πολύ καλός σκόρερ και, παράλληλα, είχα την τύχη να αγωνιστώ σε μια εκπληκτική γενιά της Εθνικής, που ως Παίδες πήραμε το Ευρωμπάσκετ του 1993 στην Τουρκία και το 1995 ως Έφηβοι γίναμε Παγκόσμιοι πρωταθλητές στην Ελλάδα. Όλα αυτά ήταν μεγάλες προκλήσεις που κυνηγούσα.

Ένα κομβικό σημείο της καριέρας μου ήταν, ότι παρότι πέρασα στη Γυμναστική Ακαδημία μέσα από τις Πανελλαδικές εξετάσεις, αποφάσισα να παίξω στον Ποσειδώνα άλλη μια χρονιά, οπότε ερχόμουν στην Καλαμάτα, μέσα από έναν πολύ πιο δύσκολο δρόμο από την Αθήνα σε σύγκριση με τον σημερινό, και βρισκόμουν με την ομάδα το Παρασκευοσαββατοκύριακο. Ήταν μια επώδυνη χρονιά, αλλά είχε αποτέλεσμα, γιατί υπήρχε ενδιαφέρον από αρκετές ομάδες, όπως ήταν και ο Άρης με τους ισχυρούς τότε Αμπελόκηπους. Διάλεξα, όμως, την ΑΕΚ, μια ομάδα με σπουδαία ιστορία κι ένα συγκεκριμένο, τότε, πλάνο της διοίκησης Φιλίππου και Γρανίτσα».

Ποσειδώνας, ΑΕΚ, Ολυμπιακός, Πανιώνιος, ξανά ΑΕΚ, Ηλυσιακός, Αρκαδικός και, φυσικά, Εθνική. Μια τρομερή πορεία που μέτρησε πάνω από 20 χρόνια. Τι θυμάται, όμως, περισσότερο, ο εκ των κορυφαίων σκόρερ της ιστορίας του ελληνικού μπάσκετ; «Το Παγκόσμιο με τους Εφήβους ήταν, αλήθεια, η απογείωσή μας, το ορόσημό μας. Μια επιτυχία, που μας έδωσε τη δυνατότητα να ανοίξουμε τα φτερά μας, σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε, μάλιστα, περιορισμός στους ξένους αθλητές, σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή που συζητάμε για το ποιος πρέπει να είναι ο σωστός αριθμός.
Πολλά ήταν τα σπουδαία γεγονότα και θέλω μόνο να κρατήσω, ότι πέρασα μια ονειρική 20ετία στα παρκέ, με ωραίες αναμνήσεις. Είναι ευλογία αυτό που ζήσαμε ως αθλητές τότε.
Εγώ γνώρισα ωραίο κόσμο, έκανα ταξίδια σε πολλά μέρη, έκανα όμορφες γνωριμίες, είχα επιτυχίες, απέκτησα χρήματα που επίσης είναι σημαντικό, έγινα γνωστός στον κόσμο. Ο αθλητισμός και ειδικά ο πρωταθλητισμός είναι κάτι το μοναδικό και αυτό δεν πρόκειται να το ξεχάσω».

Τι έχει να πει, όμως, ο Νίκος Χατζής για τη σημερινή ανάδειξη Ελλήνων αθλητών; Τι λείπει από τις ομάδες, και δη τις μεγάλες, ώστε να πάρουν πρωτοβουλίες σαν την ΑΕΚ της διοίκησης Φιλίππου; «Είναι συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Θεωρώ πως αυτή την εποχή το μπάσκετ έχει αλλάξει και βασίζεται στην ταχύτητα, παρά στην τεχνική και το μυαλό, ενώ δε θεωρώ πως υπάρχει η ίδια ζέση των νέων αθλητών, όπως την είχαμε εμείς. Πιστεύω, όμως, ότι οι προπονητές πρέπει να εμπιστευτούν τα νέα παιδιά, έστω κι αν εμείς αξίζαμε τότε τις ευκαιρίες, ανταποκρινόμενοι σε έναν πολύ σκληρό ανταγωνισμό. Τον τελευταίο καιρό, τουλάχιστον, βλέπουμε και την Ομοσπονδία να βάζει σιγά σιγά το νερό στο αυλάκι, ώστε να γίνει δουλειά προς το καλύτερο στο αναπτυξιακό».

Ο κορυφαίος γκαρντ, που σήμερα ασχολείται με την προπονητική και σε μεγάλο βαθμό με το αναπτυξιακό κομμάτι, έχει και μια συμβουλή να δώσει στους νέους αθλητές, ειδικά αυτούς που ζουν στα μέρη, όπου εκείνος μεγάλωσε. «Στην επαρχία λείπουν πολλά και στην Καλαμάτα έχουμε απουσία εγκαταστάσεων. Είναι, επίσης, πρόβλημα το ότι τα παιδιά, όταν τελειώνουν το Λύκειο, πολλές φορές φεύγουν από την πόλη για να πάνε στο μέρος, όπου έχουν περάσει. Θεωρώ, ότι στα 16-17 τους χρόνια είναι η μεγάλη απόφαση για το τι θα ακολουθήσουν. Θα τους έλεγα, προσωπικά, ότι μπορούν να συνδυάσουν τα πάντα, γιατί μπορούν σε πέντε λεπτά να πάνε από το σπίτι στο γήπεδο και αντίστροφα. Χρειάζεται απλά μεθοδικότητα, υπομονή, επιμονή και πρόγραμμα, πάντα σε συνεννόηση με τον προπονητή και την ομάδα τους».
Ραφαήλ Αλάγας
* Ευχαριστούμε θερμά τον πρόεδρο της ΕΚΑΣΚΕΝΟΠ, Σταύρο Κουκάκη, καθώς και τον φωτογράφο, Παναγιώτη Μουστάκη, που μοιράστηκαν εικόνες από το αρχείο τους για τις ανάγκες του θέματος.